Η τρέλα του ζωντανού μικρόκοσμου
Posted by vevek on 9 June, 2008
- Δε νιώθω καλά! Θα τρελαθώ! Πρέπει να πολλαπλασιαστώ, να κάνω απογόνους, να αφήσω παντού τα δικά μου γονίδια!
- Κούλαρε ρε, φάε καμιά πρωτεΐνη να στανιάρεις.
- Ναι, αυτό θα κάνω. Φέρτε μου πρωτεΐνες. Πολλές πρωτεΐνες.
- Ρε! Ρε μαλάκα, κάτω τα κουλά σου από το φαΐ μου! Ξεκόλλα και πάρε τη δική σου μερίδα.
- Φέρτε μου πρωτεΐνες ρε! Πρέπει να πολλαπλασαστώ!
Τσακώνονται, πέφτει ξύλο και τελικά του κλέβει τις πρωτεΐνες. Αλλά δεν του έφταναν μόνο αυτές. Ήθελε κι άλλες. Με μανία έκλεβε απ’όπου βρει και οι γείτονες έμεναν νυστικοί. Και έμειναν νυστικοί για πολλές μέρες, όσο αυτός τους έκλεβε και μεγάλωνε και πάχαινε τρώγοντας ό,τι έβρισκε μπροστά του.
Αυτό ήταν. Είχε ήδη τρελαθεί. Στριμωχνόταν, τεντωνόταν, στρίμωχνε τους γείτονες, ώσπου έσκασε στα δύο. Ο πρώτος απόγονος ήταν γεγονός. Απόγονος ενός τρελού που ήθελε να τρώει. Και τώρα οι τρελοί ήταν δύο. Έπεσε μεγάλη πείνα στην περιοχή και ο κίνδυνος μεγάλωνε. Οι δύο έγιναν τέσσερις και οι τέσσερις οχτώ και μετά δεκάξι και όσο πήγαινε μεγάλωνε το πλήθος, στριμώχνονταν οι υπόλοιποι, μέχρι που οι πρώτοι θάνατοι από ασφυξία έφεραν τον τρόμο στην περιοχή. Παντού νεκροί, πτώματα σάπια, ασφυξία, βρώμα, η γειτονιά μετατράπηκε σε κόλαση με διάβολους τους τρελούς.
Για ένα απροσδιόριστο αλλά σίγουρα τεράστιο χρονικό διάστημα (άλλωστε η αίσθηση του χρόνου είχε χαθεί πλέον), τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει την κατάσταση. Κάθε δομή είχε χαθεί και επικρατούσε θανάσιμο χάος. Κι από κει που δεν το περίμενε κανείς, έκαναν ντου κάτι ξένοι άγνωστοι στυγνοί δολοφόνοι και σκότωναν όποιον έβρισκαν μπροστά τους. Κανείς δεν τους ήξερε και κανείς δεν τους είχε ξαναδεί. Άσχημοι, αλλόκοτοι, εχθρικοί εξωκοσμικοί. Εξαπλώθηκαν σ’όλη τη χώρα, αλλά η αδυναμία τους ήταν η κόλαση των τρελών, εκεί που είχε το περισσότερο κρέας. Κρέας για σφάξιμο, που μετά το άφηναν μαζί με τα υπόλοιπα πτώματα να σαπίσουν κι άλλο την περιοχή.
Κάποιοι τρελοί κυνηγημένοι, μετανάστευσαν σε άλλες χώρες για να σωθούν, συνεχίζοντας βέβαια τον σκοπό της ζωής τους, την ανεξέλεγχτη αναπαραγωγή του “είδους”. Η κόλαση τώρα, μεταφέρθηκε αλλού και μάλιστα όχι μόνο σε ένα μέρος. Αν δεν γινόταν κάτι να σταματήσει αυτός ο εφιάλτης, σύντομα όλος ο κόσμος θα κυριευόταν από ξεμυαλισμένους που θέλουνε να τρώνε για να σώσουν τα γονίδιά τους. Κι όμως, εκτός από τη μάχη μεταξύ των τρελών και τον δολοφόνων, δεν γινόταν τίποτα άλλο. Οι δολοφόνοι χωρίς καμία διάκριση αποτελείωναν τους πάντες. Και τα αθώα θύματα ήταν πάρα πολλά. Οι τρελοί στρίμωχναν όλο και περισσότερο τις περιοχές και έπνιγαν όλους όσους ήταν γύρω.
Ήταν πασιφανές ότι στο τέλος ο κόσμος όλος θα μετατρεπόταν σε ένα πεδίο μάχης μεταξύ δολοφόνων και τρελών που διψάνε για την διαιώνιση του είδους. Μια μάχη μεταξύ του θανάτου και της συνεχώς αυξανόμενης θέλησης για ζωή, τόσο ασυγκράτητη τρέλα για ζωή που τελικά αντιστρεφόταν κι αυτή σε θάνατο.
Κι όμως, αν δεν επικρατούσαν οι εξωκοσμικοί δολοφόνοι, κανένας δεν θα έμενε ζωντανός. Είχε έρθει η θανατηφόρα χημεία, να “καθαρίσει” τον κόσμο από τον θανατηφόρο καρκίνο.